scold 그리스어

발음
ουσ. φιλόψογη γυναίκα, φιλόνικη γυναίκα, στρίγκλα
ρήμ. κατσαδιάζω, επιπλήττω, μαλώνω

예문

He scolded me for being lazy.
Αυτός με επέπληξε για να είμαι τεμπέλης.
발음 발음 발음 Report Error!
Mr Schulz's scolding is therefore completely uncalled for.
Συνεπώς, η επίπληξη του κ. Schulz είναι απολύτως αδικαιολόγητη.
발음 발음 발음 Report Error!

동의어
1. admonish: berate, upbraid, censure, denounce, reprimand, reprove, blame
2. termagant: nag, shrew, virago, maenad



dictionary extension
© dictionarist.com