strapping 그리스어

발음
επίθ. γεροδεμένος
ουσ. μαστίγωμα, υψηλός και ρωμαλέος

예문

As a safety precaution, if you have a seatbelt, strap yourself in.
Για την ασφάλειά σας, εάν έχετε ζώνη ασφαλείας, παρακαλώ προσδεθείτε.
발음 발음 발음 Report Error!
This money has to be found from the already cash-strapped national budgets.
Τα χρήματα αυτά πρέπει να αντληθούν από τους ήδη ταμειακά γονατισμένους εθνικούς προϋπολογισμούς.
발음 발음 발음 Report Error!

동의어
chubby: plump, buxom



dictionary extension
© dictionarist.com