young 그리스어

발음
ουσ. νιάτα, νεογνό ζώου
επίθ. νέος, νεαρός

예문

The young girl who had been talking suddenly stopped, bowed slightly and backed up a few steps out of respect to her Queen.
Η νεαρή κοπέλα που μιλούσε σταμάτησε ξαφνικά, έσκυψε λίγο και έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω από σεβασμό προς την Βασίλισσα της.
발음 발음 발음 Report Error!
As a young man growing up in ancient Rome I quickly discovered the dislike the common people felt for the nobility, like me.
Σαν ένας νεαρός άνδρας που μεγάλωνε στην αρχαία Ρώμη γρήγορα ανακάλυψα την απέχθεια που ένιωθαν οι απλοί άνθρωποι για την αριστοκρατία, σαν και μένα.
발음 발음 발음 Report Error!
It was this type of mistrust that followed me throughout my young life.
Ήταν αυτού του είδους της δυσπιστίας που με ακολούθησε σε όλη μου τη ζωή ως νέος.
발음 발음 발음 Report Error!
As a young soldier, I came, I saw and I conquered many areas of Asia and the Middle East.
Ως νεαρός στρατιώτης, ήρθα, είδα και κατάκτησα πολλές περιοχές της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
발음 발음 발음 Report Error!
In the past few weeks I had learned a lot about this spunky young queen.
Τις τελευταίες εβδομάδες είχα μάθει πολλά για αυτή την τολμηρή νέα βασίλισσα.
발음 발음 발음 Report Error!
We hatched a plan that would have the young Pharaoh, Cleopatra, delivered to the great Roman leader, rolled up in a carpet!
Σκαρφιστήκαμε ένα σχέδιο που θα έστελνε τη νεαρή Φαραώ, Κλεοπάτρα, στον μεγάλο Ρωμαίο ηγέτη, τυλιγμένη σε ένα χαλί!
발음 발음 발음 Report Error!
He wanted a companion for his young daughter, Cleopatra.
Ήθελε μια συντροφιά για την νεαρή του κόρη, Κλεοπάτρα.
발음 발음 발음 Report Error!
So I was surprised to see them both giggling like young girls outside of the library.
Έτσι, εξεπλάγην, όταν τις είδα και τις δύο να γελάνε σαν νεαρά κορίτσια έξω από τη βιβλιοθήκη.
발음 발음 발음 Report Error!
He helps young people around the world learn through the Internet.
Βοηθάει τους νέους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να μάθουν μέσω του Διαδικτύου.
발음 발음 발음 Report Error!
He wants to help young people have the same education opportunities no matter where they live.
Θέλει να βοηθήσει τους νέους ανθρώπους να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από το που ζουν.
발음 발음 발음 Report Error!

동의어
1. offspring: youth
2. immature: childlike, juvenile, adolescent, youthful, inexperienced, infant, callow



dictionary extension
© dictionarist.com